ἔθειρα

ἔθειρα
ἔθειρα
1 locks, hair

ὅντιν' ἀθρόοι στέφανοι χερσὶ νικάσαντ ἀνέδησαν ἔθειραν I. 5.9


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • έθειρα — ἔθειρα, η (Α) 1. τρίχα πληθ. 2. οι τρίχες τής χαίτης τών αλόγων 3. τα μαλλιά τού κεφαλιού …   Dictionary of Greek

  • ἔθειρα — hair fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθείρας — ἐθείρᾱς , ἔθειρα hair fem acc pl ἐθείρᾱς , ἔθειρα hair fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθειρᾶν — ἔθειρα hair fem gen pl (doric aeolic) ἐθειράζω have long hair fut part act masc voc sg (doric aeolic) ἐθειράζω have long hair fut part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἐθειράζω have long hair fut part act masc nom sg (doric aeolic) ἐθειράζω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθειράς — ἔθειρα hair fem nom sg ἐθειράς fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθειρῶν — ἔθειρα hair fem gen pl ἐθειράζω have long hair fut part act masc voc sg ἐθειράζω have long hair fut part act neut nom/voc/acc sg ἐθειράζω have long hair fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθείραις — ἔθειρα hair fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθείρης — ἔθειρα hair fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθείρῃ — ἔθειρα hair fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθείρῃσι — ἔθειρα hair fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθείρῃσιν — ἔθειρα hair fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”